ΤΜΗΜΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΟΥΤΙ

 

 

 

 


Το ταμπούρο είναι ένα όργανο που χρησιμοποιούν οι λαοί όλου του κόσμου, καθώς είναι από τα πιο αρχαία. Σε αρχαιολογικές ανασκαφές βρέθηκαν απομεινάρια ταμπούρων που τοποθετούνται χρονικά στη Νεολιθική εποχή. Από πολύ παλιά χρησιμοποιήθηκε τόσο σε θρησκευτικές όσο και σε παγανιστικές εκδηλώσεις, ωστόσο, αυτή η ονομασία περιλαμβάνει μια μεγάλη ποικιλία μοντέλων. Το όργανο αυτό είναι γνωστό και ως «μικρό ταμπούρο» ή «πλάγιο τύμπανο». Οι άμεσοι πρόγονοί του στην Ευρώπη τοποθετούνται χρονικά στο Μεσαίωνα. Στη συνέχεια το ταμπούρο έκανε τη θριαμβευτική είσοδό του στο στρατιωτικό περιβάλλον. Κατά το 16ο και 17ο αιώνα η παρουσία του στις παρελάσεις ήταν σχεδόν υποχρεωτική και άρχιζε να διαφαίνεται ότι δεν θα αργούσε να μπει και στην ορχήστρα. Αυτό έγινε ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα όταν έγινε τμήμα των κρουστών της ορχήστρας, μια θέση που διατηρεί μέχρι σήμερα. Παρότι στην αρχή είχε περιορισμένο ρόλο, οι συνθέτες δεν άργησαν να δείξουν το ενδιαφέρον τους στο ταμπούρο, δίνοντας του όλο και καλύτερη θέση. Κατά το 1800 και το 1900 έλαβε σημαντική θέση και πολλοί από τους σύγχρονους συνθέτες του αφιέρωσαν μερικά περάσματα στα έργα τους. Επίσης ο ρόλος του  πρωταγωνιστή στα ντραμς του εξασφάλισε, κατά τη διάρκεια του 1900, μια συνεχή επιτυχία σε πολλά μουσικά πλαίσια μοντέρνας μουσικής.

ΤΥΜΠΑΝΟ
Από τη μεγάλη ποικιλία υπαρχόντων κρουστών σε όλο το κόσμο, μόνο μερικά έχουν σταθερή παρουσία στην ορχήστρα. Μεταξύ αυτών, το τύμπανο είναι το πιο αντιπροσωπευτικό, η πραγματική ψυχή της ορχήστρας. Οι μεγάλες τεχνικές και εκφραστικές δυνατότητες του τυμπάνου με τον καθορισμένο τόνο επιτρέπουν τη χρήση του και ως ρυθμικό και ως μελωδικό όργανο. Το τύμπανο αναγκάστηκε να διανύσει μία μακρά διαδρομή πριν φτάσει στις αίθουσες κοντσέρτων. Τα αρχικά προβλήματα τονικότητας βρήκαν μία πρώτη λύση στην αντικατάσταση των χορδών τάσεως με μεταλλικά κλειδιά. Όμως, αυτή η μέθοδος αποδείχτηκε ελάχιστα πρακτική γιατί ο μουσικός έπρεπε να διακόψει την εκτέλεση και να κουρδίσει το όργανο. Τα πειράματα που πραγματοποιήθηκαν το 19ο αιώνα για να εξοπλίσουν το τύμπανο με πεντάλ άνθισαν στις αρχές του 20ου αιώνα, με το επονομαζόμενο τύμπανο Ludwig, που ακόμα και σήμερα είναι το πιο χρησιμοποιημένο μοντέλο. Όμως, παρά την τεράστια τεχνολογική εξέλιξη που είχε το όργανο αυτό, οι περισσότερες όπερες χρειάζονται για την ερμηνεία τους περισσότερα τύμπανα, με διαφορετικούς τόνους. Για το λόγο αυτό, ο περκασιονίστας περιτριγυρίζεται στη σκηνή από τέσσερα ή και πέντε τύμπανα και από μία εξαιρετική ποικιλία από επικρουστήρες (μπαγκέτες), που του επιτρέπουν να επιτύχει μία μεγάλη γκάμα από διαφορετικά αποτελέσματα. Σήμερα η σημασία του τύμπανου είναι επίσημα αναγνωρισμένη.

ΓΚΡΑΝΚΑΣΑ
Η γκρανκάσα είναι το πιο μεγάλο όργανο από την οικογένεια των τυμπάνων. Πρόκειται για ένα μεμβρανόφωνο με απροσδιόριστο ήχο, του οποίου οι πρόγονοι χάνονται μέσα στο χρόνο. Τα κρουστά αποτέλεσαν τις πρώτες μουσικές εκφράσεις των πρωτόγονων λαών. Τόσο κατά τη διάρκεια επίσημων τελετών, όσο και στις παρελάσεις ή τη μάχη, ο υποβλητικός ήχος των μεγάλων τυμπάνων αποτελεί, εδώ και αιώνες, σύμβολο ισχύος και δύναμης. Ως τόσο, δεν είναι ακριβές να μιλάμε για γκρανκάσα μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, μέχρι δηλαδή την εποχή που η τουρκική μουσική και μόδα υιοθετήθηκαν από τον ευρωπαϊκό στρατό. Μετά από μικρό διάστημα έγινε μέλος της ορχήστρας. Ως αποτέλεσμα, η εξέλιξη της δημοφιλούς χρήσης της γκρανκάσας σε τελετές διαφόρων τύπων και περιπτώσεων, ακολούθησε μια πορεία εντελώς διαφορετική από εκείνη που ακολούθησε το όργανο στην ορχήστρα, χώρος στον οποίο η γκρανκάσα ήταν απούσα μέχρι τον Αιώνα των Φώτων. Οι συνθέτες άρχισαν να δίνουν προσοχή στο όργανο από το 1700 και μετά. Το κλειδί της επιτυχίας του, ήταν η δύναμη και το μυστήριο που μετέδιδε το όργανο αυτό όταν παιζόταν με λεπτότητα. Το 20ο αιώνα, ο ρόλος ως μέλος των ντραμς έδωσε στην γκρανκάσα νέες ερμηνευτικές δυνατότητες. Από τότε, και χωρίς ποτέ να εγκαταλείψει το ρόλο ως ρυθμική βάση τόσο στις μπάντες όσο και στην ορχήστρα, κάνει έντονη την παρουσία της στη ροκ, την τζάζ, fusion και σε πολλά άλλα είδη, χάρη και στους μεγάλους ντράμερ.
                                                        
Η Ντραμς ή Drum Set, είναι χωρίς αμφιβολία το πιο δημοφιλές μουσικό όργανο. Η εξέλιξη της Ντραμς ξεκίνησε στην Αμερική, διά μέσω των μπαντών παρέλασης της Νέας Ορλεάνης. Μέσα στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, η Ντραμς είχε γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της λαϊκής μουσικής, προσφέροντας χρώμα και ρυθμό στην αναδυόμενη θεατρική και στην jazz σκηνή. Καθώς τελείωσε ο εμφύλιος πόλεμος το 1865, οι μουσικοί είχαν στη διάθεσή τους πολλά όργανα, που τα προόριζαν για στρατιωτική χρήση. Στη στρατιωτική μπάντα βέβαια, ο καθένας χωριστά παίζει και ένα κρουστό. Ένας έπαιζε Gran Cassa, ένας ταμπούρο, άλλος τα πιάτα. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκαν ότι ένας μπορεί να τα παίζει όλα και έτσι δημιουργήθηκε το Drum Set, προσθέτοντας βέβαια τα τύμπανα Tom-Tom και τα πιατίνια και αργότερα, γύρω στο 1890 και τα πετάλια στη Μπότα και στο Hi Hat. To στάνταρ Drum Set σήμερα αποτελείται από το Μπάσο τύμπανο μπότα ή κάσα, Ταμπούρο, τρία Tom Tom το ένα λέγεται βαθύ, Hi Hat, Crash πιατίνι και Ride πιατίνι. Κάθε τύμπανο έχει ένα καθορισμένο τονικό ύψος το οποίο ο μουσικός έχει ορίσει μέσω κουρδίσματος που του έχει κάνει. Τα τύμπανα παίζονται με το μουσικό να κάθεται σε ένα σκαμπό και να τα χτυπάει με ένα ζευγάρι ειδικές μπαγκέτες ανάλογα το στυλ της μουσικής.

ΚΟΝΓΚΑ
Η διάδοση της κόνγκα, ένα τύμπανο χεριού αφροκουβανικής προέλευσης που χρησιμοποιείται ευρέως μέχρι και τις μέρες μας, αρχικά συνδυάστηκε με ένα χορό, τη κουβανέζικη ρούμπα. Παρόλα αυτά, ήδη αρκετό καιρό πρίν, είχε χρησιμοποιηθεί από σχήματα του δρόμου που έπαιζαν το όργανο κατά τη διάρκεια του καρναβαλιού. Η προέλευση της «tumba», όπως ονομαζόταν στην Κούβα το όργανο αυτό χάνεται στα βάθη του χρόνου και συνδέεται με διάφορα είδη μεμβραφώνων από την Αφρική όπως τύμπανα «gnoma» και «makuta». Η χρήση της κόνγκα άργησε να παγιωθεί και μέχρι τη δεκαετία του 1930 η παρουσία της μέσα σε μουσικά σχήματα είναι σποραδική. Από τη περίοδο αυτή, το όργανο αρχίζει να κάνει σημαντική καριέρα χάρη στη διάδοσή του έξω από τα σύνορα της Κούβας. Η χρήση του σε διάφορα μουσικά είδη και η εμφάνιση της αφροκουβανέζικης τζάζ, έδωσαν την ευκαιρία για σημαντικές βελτιώσεις στο σύστημα κουρδίσματος. Από τη δεκαετία του 1960 και μετά, η χρήση της κόνγκα ήταν πλέον σταθερή σε σχήματα που ερμήνευαν διάφορα μουσικά είδη. Τα δομικά χαρακτηριστικά του οργάνου αυτού και το ρεπερτόριο που περιλαμβάνει όλα τα μουσικά είδη της Κούβας, του επιτρέπουν να προσαρμόζεται σε πολλά άλλα στυλ και έχουν καταστήσει δυνατή την εδραίωση του σε διεθνές επίπεδο. Χρησιμοποιείται πολύ στη μουσική τζαζ ενώ γνωρίζει επιτυχία και η χρήση του στη ροκ και την ποπ, όπου και ανέδειξε σημαντικές επιτυχίες.

ΜΠΟΝΚΟΣ
Τα μπόνκος, κρουστά όργανα που ανήκουν στην ομάδα των τυμπάνων χεριών, είναι ίσως τα πιο συμβολικά όργανα της κουβανέζικης μουσικής κουλτούρας. Η δημιουργία των μπόνγκος, που προέρχονται από την ανατολική περιοχή του νησιού, συνδέεται στενά με την παρουσία των σκλάβων που προέρχονται από την Αφρική και δούλευαν στις φυτείες του καφέ. Μερικοί μελετητές υπέδειξαν ότι η ετοιμολογία των μπόνγκος, προέρχεται από το bonko enchemiya, έναν τύπο αφρικανικού τυμπάνου. Ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένα ανάμεσα στον 19ο και 20ο αιώνα και από τότε το όργανο αυτό αποτέλεσε ένα κομμάτι της κουβανέζικης λαϊκής μουσικής, αναλαμβάνοντας σημαντικό ρόλο, κυρίως στα μουσικά συγκροτήματα του 1920. Κατά τη διάρκεια των χρόνων, τα μπόνγκος υπέστησαν μια σημαντική εξέλιξη και διαδόθηκαν και στον υπόλοιπο κόσμο όπου καθιερώθηκαν με επιτυχία σε τμήματα με κρουστά, σε μουσικά είδη στα οποία ήταν εντελώς άγνωστα. Αυτό το όργανο, όταν παίζεται είτε με τα δάχτυλα είτε με τις παλάμες των χεριών, επιτρέπει την επίτευξη μιας πολύ μεγάλης γκάμας ηχητικών εφέ. Μέγιστη έκφραση του latin ήχου, τα μπόνγκος έγιναν αποδεκτά από διάφορες μουσικές κουλτούρες και χρησιμοποιήθηκαν ευρέως από σύγχρονους συνθέτες, οι οποίοι με τη μουσική τους προσπάθησαν να ξεπεράσουν τα σύνορα.

Ωδείο Νέα Μηχανιώνα

Ωδείο Νέα Μηχανιώνα
Ωδείο Νέα Μηχανιώνα
Ωδείο Νέα Μηχανιώνα
Ωδείο Νέα Μηχανιώνα
Ωδείο Νέα Μηχανιώνα
Ωδείο Νέα Μηχανιώνα
Ωδείο Νέα Μηχανιώνα
Ωδείο Νέα Μηχανιώνα
Ωδείο Νέα Μηχανιώνα
Ωδείο Νέα Μηχανιώνα
Ωδείο Νέα Μηχανιώνα
Ωδείο Νέα Μηχανιώνα

ΤΟΥΜΠΕΡΛΕΚΙ
Ονομάζεται επίσης ταραμπούκα, στάμνα, ντουμπελέκι,ταμπουλέκκι στην Κύπρο τσιμπουρλέκι ή τουμπερλέκι. Είναι ένα Ελληνικό κρουστό όργανο χωρίς λαβές, γνωστό από την αρχαιότητα, που το συναντάμε συχνά στην Ελληνική παραδοσιακή, λαϊκή, και ρεμπέτικη μουσική. Το τουμπερλέκι είναι μια μικρογραφία τυμπάνου. Είναι ανοιχτό από κάτω και καλυμμένο με τεντωμένο δέρμα από πάνω. Η βάση του είναι συνήθως από μέταλλο και παίζεται με τα δάχτυλα και τις παλάμες, καθώς το δεξί χέρι μαρκάρει τους ισχυρούς χρόνους και το αριστερό τους ασθενείς και συχνά περιλαμβάνει και κουδουνάκια περιμετρικά κρεμασμένα.
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
25 Μαρτίου 29 Νέα Μηχανίωνα 570 04

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Email: odeiomihanionas@yahoo.gr
Τηλέφωνο: +302392033402


Web design
Κατασκευή και φιλοξενία ιστοσελίδων
www.webulk.eu




Ωδείο Νέας Μηχανιώνας
697 761 8913
Ωδείο
Τομείς και τμήματα του Ωδείου
Τμήμα Κλασσικής και Μοντέρνας Μουσικής Πιάνο Αρμόνιο Κιθάρα Πνευστά Κρουστά Έγχορδα
Διεύθυνση
25 Μαρτίου 29 Νέα Μηχανίωνα 570 04